---ΧΑΚΚΑΣ.png
----ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ.jpg

Μάριος Χάκκας, Βιογραφικά-εργογραφικά


ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΕΡΤ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ
---ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ.jpg

ΜΑΡΙΟΣ ΧΑΚΚΑΣ (1931-1972)

Ο Μάριος Χάκκας γεννήθηκε το 1931 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας, όπου έζησε ως τα τέσσερά του χρόνια, αλλά μεγάλωσε στην Καισαριανή. Το 1950, ως σπουδαστής της Σχολής Σαμαρειτών του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, πήγε εθελοντής στη Γυάρο, να περιθάλψει τους κρατούμενους. Αντιμετώπισε προβλήματα λόγω των αριστερών κοινωνικών φρονημάτων του και το 1952 οργανώθηκε στην ΕΔΑ. Άρχισε να ασχολείται ενεργά με τα πολιτιστικά και γράφτηκε στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Λόγω της αριστερής του δραστηριότητας, δεν θα μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1954 θα συλληφθεί και θα καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Στη φυλακή, θα μάθει ξένες γλώσσες και θα αρχίσει να γράφει ποιήματα και διηγήματα. Το 1958 θα υπηρετήσει τη θητεία του, συνεχίζοντας να γράφει. Μετά την αποστράτευσή του, θα αρχίσει να δουλεύει σε ένα εργοστάσιο πλαστικών. Παντρεύεται, μετακομίζει στο Βύρωνα και έρχεται σε ρήξη με το Κόμμα. Από το 1960 ως το 1967 διετέλεσε στέλεχος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ) και δημοτικός σύμβουλος στην Καισαριανή, αναπτύσσοντας έντονη πολιτιστική δράση. Στη δικτατορία συνελήφθη και κρατήθηκε για ένα μήνα. Το 1969 προσεβλήθη από καρκίνο και το 1972 πέθανε.
Ο Μάριος Χάκκας ανήκει στη μεταπολεμική γενιά των Ελλήνων λογοτεχνών. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποιήθηκε με το «Όμορφο καλοκαίρι», συλλογή ποιημάτων γραμμένων στο διάστημα που μεσολάβησε από τη φυλάκισή του ως την πραγματοποίηση της έκδοσης το 1965. Ο ποιητικός λόγος του Χάκκα είναι άμεσος και βιωματικός, κινείται στα πλαίσια της δραματικής γραφής που υιοθέτησαν πολλοί ποιητές της γενιάς του ‘30 και εκφράζει την επιτακτική ανάγκη του δημιουργού να ξεφύγει από την απάνθρωπη πραγματικότητα που αντικειμενικά βώνει. Ένα χρόνο αργότερα εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», η οποία ανήκει στην παράδοση του μεταπολεμικού ρεαλισμού με σαφή ιδεολογικό προσανατολισμό και έντονη την παρουσία ιστορικών και βιωματικών στοιχείων. Με τη συλλογή «Ο μπιντές και άλλες ιστορίες» συντελείται μια σαφής στροφή -φυσικό επακόλουθο της ψυχολογικής επίδρασης που άσκησε στο Χάκκα η αρρώστια του αλλά και η ρήξη του με το κομμουνιστικό κόμμα- προς μια ωριμότερη γραφή, αφαιρετική, με επιρροές από το ρεύμα του υπερρεαλισμού στην τραγική διάστασή του και ενδεικτική της αγωνίας του συγγραφέα μπροστά στο θάνατο αλλά και της απογοήτευσής του στη θέαση του μάταιου της ζωής και της ιδεολογίας στο σύγχρονο κόσμο. Στον ίδιο χώρο ανήκει και το τελευταίο του έργο - δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο – «Το κοινόβιο», αλλά και τα τρία θεατρικά του μονόπρακτα.


ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΧΑΚΚΑ


ΣΚΟΠΕΥΤΗΡΙΟ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗΣ, (από το Κοινόβιο, 1972)

Λένε πως το αίμα που έτρεχε απ’ τ’ αυτοκίνητο σκεπάζονταν από το χέρι κάποιου πατριώτη με γαρίφαλα. Μετά από χρόνια θα βγούνε θρύλοι πως στην άσφαλτο φυτρώσανε λουλούδια, αυτά τα ίδια που κάποτε ίσως αποθέσανε πάνω στις σκοτεινές κηλίδες. Κι ακόμα ίσως ειπωθεί από γριές στα εγγόνια τους, σαν παραμύθι, πως κάποιες βραδιές του Μάη φάνταζε ο δρόμος ένα λιβάδι παπαρούνες.
Μυθοπλασίες και υπέρβαση. Η αλήθεια είναι πως το αίμα έμενε τόπους τόπους να ξεραίνεται, ώσπου το ξέπλενε η βροχή, κι αυτό στην άσφαλτο, γιατί πιο μέσα απ' τη μεγάλη πύλη το ρουφούσε ο χωματόδρομος, γινόταν ένα με τη σκόνη χωρίς ν’ αφήσει πίσω του σημάδια.
Και σήμερα δεν υπάρχει κάτι που να θυμίζει αυτές τις εκτελέσεις. Μόνο μερικές μουντζαλιές στις γωνιές της οδού Σκοπευτηρίου, αυτές που πήγαν να σκεπάσουν τα γράμματα που γράψαν οι άλλοι τους πρώτους μήνες της απελευθέρωσης με κόκκινη νερομπογιά «οδός Εθνικού Θυσιαστηρίου», όλα ξεθώριασαν, μπλε. μουντζαλιές και γράμματα από κά­τω, χάνονται πια σιγά σιγά και κόκκινα και μπλε, μόλις και διακρίνεται ένα καινούριο χρώμα ξασπρισμένο που έδωσε η σύνθεση αυτών των δυο χρω­μάτων, μια κάποια υποψία γι' αυτό που έγινε, γι' αυτό που πήγαινε να γίνει, γι' αυτό που τελικά δεν έγινε. Από μια μεριά η απόπειρα να υπάρξουνε κάποια σημάδια, από την άλλη επίμονη η θέληση να σβήσουνε για πάντα να μη θυμίζει ο χώρος τίποτα, φέραν με τα χρόνια αυτή την μπάσταρδη χρωματική μουτζούρα, ένα κοινό δρόμο χωρίς πρόσωπο, χωρίς καμία ιδιαίτερη ιστορία, σαν τόσους δρόμους της Καισαριανής, σαν τις χιλιάδες δρόμους της Αθήνας.
Κι όμως από τα γεγονότα εκείνα υπάρχουνε σημάδια μυστικά που δεν παραποιούνται, ξεφεύγουνε από την έμμονη προσπάθεια μερικών να θάψουνε και να καταχωνιάσουνε τα πάντα, κρυφά σημάδια που το έμπειρο μάτι ανακαλύπτει: Είναι τα πουλιά που φεύγουν έντρομα απ' το δασάκι, πετάγονται κοπαδιαστά σα να ξαφνιάζονται από κάποιες μυστικές ριπές. Είναι τα κυπαρίσσια που δεν κρατάνε τον καρπό τους, μεταπηδάει το αίμα από τις ρίζες στους βλαστούς και πέφτουν κυπαρισσόμηλα. Είναι το υπόγειο αίμα.
Κι ακόμα είναι ο αέρας που στροβιλίζει σμυριδόχαρτα, κιτρινισμένα γράμματα από άλλη εποχή, ένα χαρτί από τσιγάρα «φεύγω, τα μάτια μου στραμμένα προς...» (τ' άλλα λιωμένα), μια χαλασμένη τραγιάσκα με μια σύσταση στην ξηλωμένη φόδρα, ένα κομμάτι σώβρακο με ξεραμένο σπέρμα «αγαπημένη μου γυναίκα» με σαλιωμένο μελανό μολύβι, κι άλλα μικρά χαρτάκια «γιέ μου», «αδέρφια μου», «σύντροφοι».
Βρίσκονται ακόμα εκεί οδός Σκοπευτηρίου κι όλα μαζί μπερδεύονται στα πόδια κάποιου ανύποπτου διαβάτη, που προσπαθεί ν' απαλλαγεί δίνοντας μια κλωτσιά, τον κυνηγούν ως τη γωνιά, στρί­βει και χάνεται. Μετά περνάει με το καροτσάκι ο σκουπιδιάρης: «Γιατί με στείλανε εδώ; Ο δρόμος είναι παστρικός». Ο δρόμος είναι καθαρός. Ο ανεμοστρόβιλος σήκωσε ψηλά τα σκουπιδόχαρτα, πολύ ψηλά πάνω απ' τις στέγες. Όμως θα έρθει πάλι η στιγμή να πέσουνε στα πόδια του διαβάτη κι αυτός θα βλαστημάει το δήμαρχο που δε στέλνει να μαζέψουν τα σκουπίδια, πάλι θα έρθουν, γιατί κάποτε πρέπει να φτάσουν τα μηνύματα, έστω με καθυστέρηση τριάντα και σαράντα χρόνια, ας είναι παλιά και ξεχασμένα, οι παραλήπτες πεθαμένοι, αυτά πρέπει να πάνε, γιατί ποιος είναι εκείνος που θ' αντέξει στο παράπονο:
«Εκτελέστηκα, έλιωσα μέσα σε τάφο ομαδικό, ρίξαν ασβέστη, θάψαν άλλους από πάνω μου, έγινα χώμα λιπαρό, έγινα μόνο μνήμη που έσβησε κι αυτή σιγά σιγά με τη ζωή της μάνας μου, όμως εκείνο το χαρτάκι που έριξα στο δρόμο κάποτε πρέπει να το μαζέψετε να μην περιπλανιέται αδέσποτο. Δικαιοσύνη».
Σκέφτομαι αυτά τα σκληρά παιδιά που είχανε σύμβουλο την πείνα κι ιδανικό τους τη ρεζέρβα. Έφτασαν κατάμονα μπροστά στην τάφρο χωρίς ελπίδα ότι το κόμμα τους θα κάνει μνημόσυνό, χωρίς κάποια δικαίωση μετά. Και πώς να συμπαρα­σταθείς στη μοναξιά τους; Οι άλλοι έχουν ανθρώ­πους να τους κλάψουνε, εκατοντάδες τα στεφάνια. συνθήματα, τραγούδια και ποιήματα. Οι άλλοι, οι περισσότεροι, είχαν πού ν’ ακουμπήσουν, όραμα, μια υπόθεση που πίστευαν πως πάει μπροστά, άσχε­τα αν χαντακώθηκε κι αυτή στο τέλος, υπήρχαν εκείνοι που συνέχιζαν και κάποτε θα φτάνανε στο μεγάλο τους σκοπό, κι εκεί πια οι απόγονοι στις συγκεντρώσεις θα διαλαλούσαν τα ονόματα αυτών που πέσαν. Σε ποιες ιδέες ν' ακουμπήσει ο σαλταδόρος;
«Πήδησα πάνω στ' αυτοκίνητο κι έσκισα με το μαχαίρι την κουκούλα. Οι άλλοι τρέχαν από πίσω για να τους ρίξω τα κλεμμένα. Τότε είδα πως μέσα περίμεναν οι Γερμανοί με τα περίστροφα. Και πάλι Θα πηδούσα κάτω, μα σκέφτηκα πως θα 'βαζα σε κίνδυνό τους άλλους που τρέχαν πίσω απ' τ' αυτο­κίνητο. Άφησα και με πιάσανε στα χέρια. Σκέφτηκα πως θα 'ναι όπως την προηγούμενη φορά: Αβέρωφ, ένα δεντρί που κόβει χρόνια. Με στείλαν στο Χαϊδάρι. Τώρα περπατάω μέσα στη μάντρα προς την τάφρο το πατημένο μονοπάτι κι η σκέψη μου όλη να μην πατήσω το ορθό χορτάρι. Δεν έκανα μεγάλες πράξεις στη ζωή μου, ιδέες και τέτοια δεν τα σκέφτηκα ποτέ, τουλάχιστον τις τελευταίες στιγμές μη βλάψω έστω το χορτάρι».


Ο ΜΠΙΝΤΕΣΕίχαμε φαγωθεί μέσα μας χωρίς να το πάρουμε είδηση. Εκείνη η λουξ τουαλέτα με τον ιππόκαμπο στα πλακάκια οικόσημο, μια πάπια και γύρω παπάκια, κύκνους και παραδείσια ψάρια, νιπτήρα, λεκάνη, μπανιέρα, μπιντές, παραμπιντές, όλα απαστράπτοντα, είχανε παίξει το ρόλο τους ύπουλα, σκάψανε μέσα βαθιά μας τερμίτες, όπως το σαράκι το ξύλο, και τώρα νιώθαμε κούφιοι.
Θυμάμαι όταν ήρθα από την επαρχία για πρώτη φορά στην Αθήνα και νοίκιασα ένα δωμάτιο χωρίς καμπινέ. Υπήρχε βέβαια ένας πρόχειρος καμπινές στην αυλή, αλλά έπρεπε να κατέβεις μια κατασκότεινη ξύλινη σκάλα που έτριζε και σήκωνε τον κόσμο στο πόδι. Ένα βράδυ που έβρεχε και μ' έπιασε κόψιμο, τα 'κανα σε μια εφημερίδα, κι αφού τα πακετάρισα ωραία, ως και κορδελάκι με φιόγκο τους έβαλα, πηγαίνοντας πρωί πρωί στη δουλειά, τ' άφησα στη μέση του δρόμου. Θα θυμόσαστε βέβαια πόσα τέτοια πακέτα συναντούσατε τότε στους δρόμους. Μερικοί τα κλοτσούσαν για να μαντέψουν το περιεχόμενο. Λέγεται πως κάποιος το πήγε στην αστυνομία χωρίς να τ' ανοίξει και ζήταγε εύρετρα. Ε, ένα τέτοιο πακέτο έφτιαξα κάποτε κι εγώ, κι ακόμη τώρα που το θυμάμαι μετά τόσα χρόνια μου έρχονται γέλια.
Εκείνο τον καιρό ήμουν ένας κεφάτος άνθρωπος με λίγες ανάγκες. Ξυριζόμουν μόνο δυο φορές τη βδομάδα, όποτε είχα ραντεβού στο βουναλάκι με μια κοπέλα, που όλο βιαζόταν να γυρίσει στο σπίτι. Όλο σκαστή ήταν κι είχε αυστηρό αδερφό, νοοτροπία σισιλιάνου. Την παντρεύτηκα κι εγώ. Τι να έκανα; Παρά να τρώει μπερντάχι κάθε φορά που αργούσε. Άλλωστε, αυτός είναι ο προορισμός του ανθρώπου, έτσι τουλάχιστον λέγεται. Πάντως, μ' αυτά και μ' αυτά, βρέθηκα μ' όλα τα κουμπιά μου γερά, είναι κι αυτό ένα όφελος, είναι κι αυτό μια ασφάλεια. Τι σιδερωμένα πουκάμισα τον πρώτο καιρό, τι καθαρές αλλαξές, γυαλισμένα παπούτσια, στο καντίνι που λένε.
Είχε και δικό της σπιτάκι, ένα μόνο δωμάτιο, αλλά μεγάλη αυλή, και σιγά σιγά με τις οικονομίες μας, χτίσαμε κουζίνα κι άλλα δωμάτια. Γενικά προοδέψαμε. Πήραμε ψυγείο, πλυντήριο κι η ζωή γινόταν όλο και πιο άνετη.
Μόνο στον καμπινέ καθυστερήσαμε. Στο βάθος της αυλής μέσα σε μια παραγκούλα ήταν μια τούρκικη λεκάνη που με ανάγκαζε κάθε πρωί να κάθομαι στο κότσι, αν κι αυτό ήταν μια καλή άσκηση όπως δε συνήθιζα να κάνω γυμναστική. Στην παραγκούλα υπήρχε κι ένα τενεκεδένιο βρυσάκι που το γέμιζα κάθε πρωί και πλενόμουν. Μπάνιο στη σκάφη. Το Σαββατόβραδο άρχιζε η περιπέτεια. Μ' έχωνε η γυναίκα στη σκάφη κι έτριβε μέχρι γδάρσιμο. Ας είναι.
Συνέχιζα να προοδεύω. Βοηθός λογιστού ακόμα ξεχρέωνα την κρεβατοκάμαρα, βαρύ έπιπλο με κομοδινάκια κι απάνω αμπαζούρ, σιέλ στο δικό μου, ροζ στης κυράς. Έπειτα έγινα κανονικός λογιστής, τότε που πήραμε κι εκείνο το οικοπεδάκι με δόσεις. Φυτέψαμε μάλιστα και δυο τρία δέντρα που πήγαινα στις αρχές, μετά από επιμονή της γυναίκας μου, κάθε Κυριακή και τα πότιζα. Κατόπιν ξεράθηκαν κι αυτά, πολλές οι δουλειές, αρχιλογιστής πια, γερός ο μιστός και σε λίγα χρόνια ήταν το σπίτι κομπλέ, πλην τουαλέτας. Έμενε σαν επιστέγασμα μιας προσπάθειας είκοσι χρόνων.
"Κάποτε θα 'ρθει και της τουαλέτας η ώρα", έλεγα στη γυναίκα μου που με γκρίνιαζε πάντα, παραπονιόταν πως έρχεται κανένας επισκέπτης, θέλει να πάει προς νερού του και πέφτουν τα μούτρα της. Κι άλλωστε, τι ήταν πια ο καμπινές εδώ που φτάσαμε; Η ουρά του γαϊδάρου. Κι όπως όλα τα πράγματα που σιάχνονται μια φορά στη ζωή μας βάζομε τα δυνατά μας να γίνουν όσο πιο πολύ μερακλίδικα, έτσι και στην τουαλέτα πήρα όλα τα μέτρα μου για να σιάξω κάτι το ωραίον: Έβαλα πλακάκια πανάκριβα που σχημάτιζαν ένα παράξενο σύνολο με παραστάσεις διάφορες έτσι που να νιώθω ευχάριστα σε τούτο το χώρο, όλα τ' απαραίτητα είδη υγιεινής, φυσικά και μπιντέ.
Τ' άλλα είδη δε με πειράξανε. Κομμάτια να γίνει. 'Έχουν μια χρησιμότητα κι ύστερα στην ηλικία που βρισκόμαστε τώρα ας απολαύσουμε και μεις κάτι. Μόνο ο μπιντές μού την έδωσε και πήρε μπάλα και τ' άλλα. Ο μπιντές. Γιατί, όπως είμαι δυσκοίλιος και τον είχα μπροστά μου για ώρα, μου φάνηκε να με κοροϊδεύει με κείνο το μακρουλό πρόσωπό του, το 'να μάτι μπλε τ' άλλο κόκκινο, τριγωνικά πάνω στο μέτωπο και πεταμένα ίδια βατράχου, το στόμα του καταβόθρα που ρουφούσε τα πάντα με κείνο τον ξαφνικό ρόγχο τελειώνοντας το νερό, σα να μουρμούριζε: Είδες πώς σε κατάντησα; Θυμάσαι όταν πρωτόρθες από το χωριό τι λεβέντης που ήσουνα; Πώς έμπλεξες, κακομοίρη μου, έτσι, μια ζωή - ένα σπίτι; Εγώ είμαι το βραβείο μετά από είκοσι χρόνια δουλειά. Για να πλένεσαι από κάτω. Είδες που σε έφερα;
Με είχανε βάλει στο ζυγό είκοσι ολόκληρα χρόνια με τη θέλησή μου (αυτό είναι το χειρότερο), για να καταλήξω εδώ μπροστά σε μια σειρά άχρηστα πράγματα, κατά τη γνώμη μου, ή που κι αν είναι χρήσιμα, π' ανάθεμά τα, δεν αξίζουν όσο αυτή η υπόθεση που λέγεται ζωή και νιάτα. Τα καλύτερα χρόνια τα σπατάλησα σαν το μερμήγκι κουβαλώντας και σιάχνοντας αυτό το κολόσπιτο, οικοδομώντας τελικά αυτόν τον μπιντέ, είκοσι χρόνια μου κατάπιε η καταβόθρα του, κι εγώ τώρα έχω μείνει στιμμένο λεμόνι, σταφιδιασμένο πρόσωπο, για ένα μπιντέ.
Με τέτοιες σκέψεις τράβηξα το καζανάκι και μετά πήγα στο παράθυρο ν' αναπνεύσω λιγάκι, ν' ακούσω τον ήχο της πόλης. Από παντού ερχόταν ένας παράξενος θόρυβος. Δεν ήταν ο γνωστός θόρυβος απ' τ' αυτοκίνητα. 'Άλλου είδους αυτός: 'Ένα επίμονο πλατς-πλατς σκέπαζε κάθε άλλη βοή. 'Έστησα το αυτί και κατάλαβα. 'Όλο το λεκανοπέδιο της Αττικής είχε μεταβληθεί σ' ένα απέραντο μπιντέ κι είχαμε καθίσει όλοι επάνω και πλενόμασταν, πλενόμασταν, πλενόμασταν, ενώ εκατοντάδες χιλιάδες καζανάκια χύνοντας καταρράκτες νερού, χαιρετούσαν την πρόοδό μας.


ΟΙ ΚΟΥΦΟΙ
ΗΤΑΝ ογδόντα χρονών κι είχε περάσει τα σαράντα κουφός όταν αποφάσισε να βάλει ακουστικά, ν' α­κούσει στο κλουβί το κανάρι, να ξαναθυμηθεί τους ήχους του κόσμου.
Αραγμένος στη γωνιά όσο ήταν κουφός τον σέβονταν όλοι, γυναίκα και γιοί, νυφάδες κι εγγόνια. Δεν μιλούσε πολύ κι ούτε ρώταγε για όσα συ­νέβαιναν γύρω του, γιατί όλα θα πρέπει να πήγαιναν περίφημα. Είχε αναθρέψει με αρχές τα παιδιά του, και τα παιδιά των παιδιών του επίσης, με τις ηθικές αρχές του κινήματος.
Νταμαρτζής χρόνια είχε μπλεχτεί με το κίνη­μα κι είχε ακούσει πολλά για την ηθική και το δί­κιο. Μετά συνέβη το ατύχημα να μην ακούει και άραξε. Όμως κράτησε μέσα του τις αρχές του κινήματος για το σωστό και το δίκιο, να τις μεταδώ­σει σε γιους και σ' εγγόνια.
Ό μεγάλος του γιος έγινε στέλεχος μέσα στο κίνημα, ανώτερο στέλεχος, ο μεσαίος μεσαίο και ο μικρός κατώτατο στέλεχος. Και πέρναγαν απ' το σπίτι κι άλλα στελέχη, μικρά και μεγάλα, να συ­νεργαστούν με τους γιους του.
Μόλις έβαλε τα ακουστικά ανακάλυψε με με­γάλη έκπληξη κάποια αλήθεια. Ο μεγάλος του γιος, το ανώτερο στέλεχος, ήταν κουφός. Όσην ώρα του μίλαγε ό άλλος, αυτός άκουγε με προσοχή τι του έλεγε. Έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Μα οι αποκρίσεις του ήταν άσχετες σ' αυτό που του έλεγε ό άλλος, έτσι που γεννούσε την υποψία πως ήταν κουφός.
Ο γέρος τσάκωσε και μια συζήτηση των δυο μικρών εγγονών του.
-Γιατί δεν παίρνει ο θείος ακουστικά σαν τον παππού;
-Μ' ακούει περίφημα, απάντησε ο μικρός ο ατσίδας, μόνο που δεν καταλαβαίνει. Δεν καταλαβαίνει παρά μόνο τον εαυτό του. Για το θείο δεν υπάρχει άλλος και κατά συνέπεια δεν υπάρχει διάλογος. Είναι μια μικρή αδυναμία που την απέκτησε μέσα στο κίνημα. Δυστυχώς με τ' ακουστικά δε γίνεται τίποτα.·
Η έκπληξη του γέρου μεγάλωσε, όταν έστρε­ψε τ' ακουστικά στο μεσαίο του γιο, στο μεσαίο στέλεχος. Ήταν κι αυτός κατά κάποιο τρόπο κουφός. Ενώ άκουγε εξαίρετα τους καθοδηγητές, τα ανώτερα όργανα, ήταν θεόκουφος στα κατώτερα όργανα, στα πιο κάτω στελέχη.
Κι ο μικρός, το κατώτατο στέλεχος; Έχει γούστο κι αυτός να μην άκουγε. Αυτός άκουγε. Δυ­στυχώς αυτός άκουγε. Φιντανάκι στο κίνημα, εκκολαπτόμενο στέλεχος, άκουγε πολλές αντικομματικές συζητήσεις, συνωμοσίες σε βάρος του κόμ­ματος, προδοσίες και· ίντριγκες. Τύχαινε πάντα αυτός να τ' ακούει. ΄Ηλπιζε να γίνει σύντομα κατώ­τερο στέλεχος, έπειτα μεσαίο, κατόπιν ανώτερο κι ίσως ίσως κι ανώτατο.. Ήταν η πιο σίγουρη μέθοδος.
Ώστε, ζούσε σ' ένα σπίτι κουφών τόσα χρόνια και δεν το 'χε πάρει χαμπάρι; Κι αυτός νόμιζε πως ήταν ο μόνος κουφός μέσα στο σπίτι, Ενώ γύρω του οι γιοί του ήταν θεόκουφοι κι ας είχαν γαλουχηθεί με τις αρχές του κινήματος. Κι είχε βάλει ακουστικά να χαρεί τους δικούς του, να χαρεί τους ανθρώπους, ν' ακούσει στο κλουβί το κανάρι, τους όμορφους ήχους του κόσμου.
Το κανάρι είχε γεράσει και δεν κελαηδούσε, η γυναίκα του· χρησιμοποιούσε πάντα τη γλώσσα της να λέει, να λέει, κι ήταν πολύς ο θόρυβος μέσα στο σπίτι με τις νύφες, τα εγγόνια, το ράδιο, κι έξω στο δρόμο αυτοκίνητα, μηχανάκια, πλανόδιοι. Δεκαπλασιάστηκε στο κεφάλι του η βαβούρα.
— Δεν αντέχω. -Δεν αντέχω, έλεγε στον εαυτό του. Θα τα πετάξω.
Κι ήταν έτοιμος ν' απαλλάξει απ' αυτό το περιττό φορτίο τ' αυτιά του. αν δεν υπήρχε μια τε­λευταία ελπίδα, η νέα γενιά, τα εγγόνια, αν δεν έμπαινε στη ζωή του εγγονού του, στη ζωή του σπιτιού, στη ζωή του, μια κοπέλα με καναρινιά μαλλιά, με ζεστή φωνή όλο τρίλιες.
—Η νέα γενιά, τουλάχιστον, πρέπει ν' ακούει. Πρέπει ν' ακούει τη φωνή της καρδιάς της, τη φωνή του καθήκοντος, τη φωνή της συνείδησης.
Ένας από τους εγγονούς του ήταν εργάτης κι άκουγε μόνο τη φωνή του κυρίου του-, συμπληρώ­νοντας καρφόσημα που δεν εξαργυρώνονταν, που δεν τον εξασφάλιζαν από γηρατειά κι ατυχήματα. Κι ο άλλος, αυτός που είχε μπάσει στο σπίτι, στη ζωή του γέρου το κορίτσι με τα καναρινιά μαλλιά και τη ζεστή φωνή όλο τρίλιες, δεν άκουγε τη φωνή της καρδιάς του κι έδωσε λόγο να παντρευτεί ένα διαμέρισμα.
Κι η κοπέλα; Το κορίτσι με τα καναρινιά μαλλιά και τη ζεστή φωνή όλο τρίλιες; Δεν άκουγε των αυτοκινήτων τα κλάξον, τη σφυρίχτρα του τροχαίου, των τροχών το απεγνωσμένο φρενάρισμα, ραντίζοντας τη φλεγόμενη άσφαλτο με της καρδιάς της το αίμα. Κι ό γιατρός σκυμμένος με το στηθοσκόπιο δεν άκουγε της καρδιάς της τους χτύπους. Διάβαζε μόνο ένα σύντομο γράμμα, που βρέθηκε μέσα στην τσάντα της, κι εξηγούσε -γιατί δεν μπορούσε ν' ακούσει τα κλάξον, τους τροχούς, το τροχαίο. Εξαιτίας του διαμερίσματος που παντρευότανε κάποιος.
Ό γέρος δεν άντεχε άλλο ν' ακούει. Πέταξε τ' ακουστικά στα σκουπίδια. Τα πέταξε στο σκουπιδοτενεκέ ένα βράδυ οικογενειακής γιορτής, τη βραδιά που αρραβωνιάζονταν ό εγγονός το διαμέρισμα. Ήταν καλύτερα να μη μάθει, να μην ακούει πια άλλα...


ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΤΗΣ ΓΥΑΛΑΣΤο διήγημα δημοσιεύτηκε το 1971. στην περίοδο της δικτατορίας, και το θέμα του σχετίζεται με την ημέρα της επιβολής της (21 Απριλίου 1967).
Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος! και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας τοπίο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
Σ' όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονου ς, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ' αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή' που του φαινόνταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτoυδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ' αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν' ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν' αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ' ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ' αυτούς τώρα θα 'ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ' το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένo για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του 'ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να 'ναι θα πέσουν».
Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.
«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ' αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ' έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ' αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ' τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ' αποφάσισε.
- Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
- Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν' απαντήσει.
- Θα 'χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
- Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ' έξω.
- Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ' ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ' αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;
Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.
Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ' αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκη ς μ' έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι' αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκη ς, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
Έβγαλε το μαντίλι απ' την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.


ΚΕΙΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ

Ο ρόλος της Καισαριανής στην πεζογραφία του Χάκκα

Με την επιλογή της Καισαριανής ως χώρου της μυθολογίας του ο Μάριος Χάκκας δεν επιδιώκει να δώσει μόνο την ατομική του ιστορία και περιπέτεια. Σκοπός του είναι να δώσει παράλληλα και την ψυχολο­γία της γενιάς του, με τη γεύση της ήττας και την ανάγκη της προσαρμο­γής μετά τον Εμφύλιο (1946-49), αλλά και την εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας με σπασμένες τις ρίζες της γνήσιας πολιτιστικής κληρονομιάς και ολότελα ανυπεράσπιστης μπροστά στο κύμα του καταναλωτισμού και του μικροαστικού οράματος ζωής.
Παρακολουθώντας την πορεία της ζωής του τον βλέπουμε παιδί να έρχεται να ζήσει με την οικογένεια του στην Καισαριανή και αυτή η Αθηναϊκή συνοικία γίνεται έτσι ο φυσι­κός και κοινωνικός χώρος αναφοράς του συγγραφέα από δω και πέρα.
Στο φυσικό και ανθρώπινο τοπίο της βιώνει τα γεγονότα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, την Κατοχή, την Πείνα και το μεγαλείο της Αντί­στασης, γνωρίζει το Δεκέμβρη του '44, το μετά τη Βάρκιζα χάλι του τόπου και τον Εμφύλιο (1944-49). Ζει τη δεκαετία του '50-'60, όπου βασίλευε η τρομοκρατία της δεξιάς, οι φυλακές και οι εξορίες και μια περίοδος όχι ομαλής πολιτικής ζωής της οποίας ο ίδιος έχει πικρή γνώση. Στη διάρκεια του Κεντρώου Διαλείμματος (1964-65) ο Μάριος Χάκκας εκλέγεται Δημο­τικός σύμβουλος στην Καισαριανή (1964), θέση που διατήρησε ως το '67, όπου μετά τη σύλληψη του Δημάρχου ανέλαβε καθήκοντα Δημάρχου μέχρι και τη δική του σύλληψη. Το απόστημα της εφτάχρονης δικτατορίας, απόη­χος των συνεπειών του Εμφυλίου, δίνει τη χαριστική βολή στο εξουσιαστικό σύστημα και αποδεικνύει τη γενική φθορά των ανθρώπων «νικητών» και «νικημένων». Αλλά και στην τελική φάση της ζωής του κάτω από τον αστερισμό του Καρκίνου η συνοικία της Καισαριανής λειτουργεί όχι μόνο ως φυσικό και ανθρώπινο τοπίο και πλαίσιο ζωής, αλλά συμβολικά και συνειρμικά ως λυτρωτικός χώρος και παράθυρο ζωής.
Τοποθετώντας το «εγώ» του ο συγγραφέας σ' ένα συγκεκριμένο τοπι­κό πλαίσιο, την Καισαριανή, δεν επιδιώκει μόνο να καταγράψει την προσωπική του εμπειρία, τον κόσμο και τις ευαισθησίες του που τα υλι­κά τους δεν προέρχονται μόνο από θεωρητική ζύμωση. Αντλούν συγχρό­νως και από την αίσθηση ζωής, το βίωμα και την παρατήρηση, πηγές που δεν τον περιχαράκωσαν όμως σε βαθμό που να χάσει την ικανότητα του να βλέπει ταυτόχρονα και τις δυο όψεις του νομίσματος. Κύρια όμως επιδιώκει και φιλοδοξεί να δώσει πίσω από την ατομική περίπτωση και τα γενικότερα χαρακτηριστικά του μεταπολεμικού φυσικού και ανθρώ­πινου τοπίου.
Η επιλογή της Καισαριανής λειτουργεί θετικά στην ικανότητά του για τη διερεύνηση των πιο διαφορετικών ψυχικών τοπίων, αλλά και στην καίρια επισήμανση των γνωρισμάτων του φυσικού τοπίου, που αποτελεί το χώρο αναφοράς των βιωμάτων, των εμπειριών, των γεγονότων και της πραγματικότητας του συγγραφέα, των θεμάτων και των ηρώων που κινούνται σ' αυτό. (Γιώργος Ρεπούσης, «Ο ρόλος της Καισαριανής στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα», Διαβάζω, αρ. 297,28.10.92, σ. 38-44.)


Περιφρουρώντας τη μνήμη και την ιστορία
Τρία χρόνια πριν. Ο δήμαρχος Καισαριανής, σε εκδήλωση στο Σκοπευτήριο, παίρνει τη διαβεβαίωση από κυβερνητικά στελέχη ότι θα στηρίξουν (με 250.000 ευρώ) τα σχέδιά του για ανέγερση Μουσείου Εθνικής Αντίστασης. Η Πανελλήνια Σκοπευτική Εταιρεία, που διεκδικεί χρόνια τον χώρο, θα μετεγκατασταθεί, λένε οι αρμόδιοι – άλλωστε η συγκεκριμένη έκταση (110 από τα συνολικά 700 στρ. του Σκοπευτηρίου, που της είχαν παραχωρηθεί) ανήκει στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων.
2008. Ουδέν νεώτερον. Πέμπτη 8 Μαΐου. Ο δήμαρχος Σπύρος Τζόκας επιχειρεί να καθαρίσει τον χώρο με μπουλντόζες, για να στεγαστεί το μουσείο σε υπάρχον οίκημα. Παρόντες, τοπικοί παράγοντες, κάτοικοι, σχολεία, εκπρόσωποι της Σκοπευτικής. Οι τελευταίοι καλούν την αστυνομία, που συλλαμβάνει τον δήμαρχο...
«Να δείτε που στο τέλος θα το κάνουν οικόπεδα» έλεγε ο Μάριος Χάκκας για το Σκοπευτήριο, στο «Κοινόβιο». «Έξι μέτρα φάτσα και δώδεκα βάθος το καθένα, τσίμα τσίμα, όσο επιτρέπεται για να είναι άρτιο. Για οικόπεδα θα συμφωνήσουν όλοι, δεξιοί, αριστεροί, κεντρώοι…». Ο Μάριος Χάκκας δεν αγαπούσε τους τίτλους ιδιοκτησίας πάνω στους νεκρούς, την ετήσια καπηλεία – τα μνημόσυνα, τις απαγγελίες, τις παράτες, αυτούς που έχουν κανονίσει πότε θα κλάψουν, με τι φωνή θα απαγγείλουν τα «γραμμοφωνημένα λόγια»… Όπως γράφει στο «Κοινόβιο», είχε πει κάποτε... «Κύριε δήμαρχε, κύριοι συνάδελφοι, ασφαλώς θα σας είναι γνωστό πως μεταξύ των Ελλήνων που εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο υπήρξαν και μερικοί σαλταδόροι. Παρακαλώ να ληφθεί μέριμνα και να κατατεθεί στεφάνι στη μνήμη τους…». Όμως αγαπούσε πολύ το Σκοπευτήριο, τα μυστικά σημάδια στον χώρο που δεν παραποιούνται, «τα πουλιά που φεύγουν έντρομα απ’ το δασάκι σαν να ξαφνιάζονται από αιφνίδιες ριπές, τα κυπαρίσσια που δεν κρατάνε τον καρπό τους, μεταπηδάει το αίμα από τις ρίζες στους βλαστούς και πέφτουν κυπαρισσόμηλα». Και αγανακτούσε με τον κυνισμό της Σκοπευτικής, ο γραμματέας της οποίας του είχε πει: «Ποιο μνημόσυνο; Αν δηλαδή πέσει η οροφή του σπιτιού σας και σκοτώσει δέκα–δώδεκα ανθρώπους, θα ’χουν την απαίτηση οι συγγενείς τους να κάνουν κάθε χρόνο μνημόσυνο μέσα στο σπίτι σας;». Το θεωρούσε το Σκοπευτήριο η Σκοπευτική σπίτι της… Όταν η Πολιτεία δεν λογαριάζει, δεν περιφρουρεί τον δημόσιο χώρο, τον ιστορικό τόπο, αυτός γίνεται έρμαιο συμφερόντων, τα οποία τελικά λογαριάζονται, περιφρουρούνται…
«Δεν ξέρω αν τελικά σωθεί το δασάκι» αναρωτιόταν ο Χάκκας πριν από σχεδόν 40 χρόνια. «Το σωστό είναι να εξολοθρευτεί κι αυτό έτσι που να μην υπάρχει χώρος για προτομές, ν’ αποκλειστεί οποιαδήποτε περίπτωση για ηρώον, κενοτάφια, καντήλια. (...) Πιθανόν να μείνει κι η ονομασία “Σκοπευτήριο”, θα φέρνει στα μυαλά των ανθρώπων τους αργόσχολους που κάναν βολή σε χάρτινους στόχους, σε πιατάκια πήλινα και σε περιστέρια. Σε ανθρώπους, ποτέ. Κατά τη γερμανική κατοχή; Μα συνέβηκε ποτέ τέτοιο πράγμα;» (Τ. Καραϊσκάκη, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 11-05-08)



Σαρκάζοντας το νεοπλουτισμό
[…]Ο συγγραφέας του «Μπιντέ», ο Μάριος Χάκκας, δεν πρόλαβε να δει τη μετάλλαξη των μικροαστών σε νεόπλουτους επί εκσυγχρονισμού, ούτε τις περιπέτειες του λεκανοπεδίου στα χρόνια της διαπλοκής και της ξέφρενης εμπορευματοποίησης. Άλλα ήταν τα δικά του βιώματα, αυτά που πέρασε δεξιοτεχνικά στα «μικρά σαν κουτσουλιές», όπως τα χαρακτήριζε, γραπτά του. Γεννημένος το '31 στη Μακρακώμη Φθιώτιδας και μεγαλωμένος στην Καισαριανή, κοντά στο σκοπευτήριο που χρησιμοποιούσαν οι ναζί ως τόπο εκτέλεσης, έζησε στην εποχή που, για να δουλέψεις χρειαζόσουν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, κι όπου τις καλύτερες σπουδές τις έκανες στη φυλακή. Το φιτιλάκι του κάηκε πολύ γρήγορα -πέθανε στα 41 του έπειτα από σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Στην επταετία όμως της λογοτεχνικής του διαδρομής άφησε έντονο το στίγμα του, κατακτώντας στις συνειδήσεις της μεταπολιτευτικής, πολιτικοποιημένης νεολαίας μια θέση πλάι στους Σ. Τσίρκα, Μ. Κατσαρό και Α. Αλεξάνδρου. Ανήσυχος, ασυμβίβαστος, βασανισμένος.
Οι σημερινοί εικοσάρηδες ίσως πήραν μυρωδιά απ' τον Χάκκα μέσα από τα σχολικά τους εγχειρίδια -το όνομά του μοιάζει να έχει εξαφανιστεί εντελώς από την αγορά. Σχετικά πρόσφατα, ωστόσο, κυκλοφόρησαν δύο βιβλία γι' αυτόν με την υπογραφή του φιλολόγου Γιώργου Ρεπούση που τον είχε μελετήσει για τη διατριβή του: τα «Προσεγγίσεις στο πεζογραφικό του έργο» και «Από την ποίηση στη λύτρωση» (εκδ. Μεταίχμιο). Ενώ τώρα κι ο «Κέδρος» ετοιμάζει μια φρεσκαρισμένη έκδοση των «Απάντων» του, με εικόνες του Τάκη Σιδέρη όπως πάντα, στην οποία περιλαμβάνονται τα ποιήματα και τα τρία θεατρικά μονόπρακτά του, οι συλλογές διηγημάτων «Τυφεκιοφόρος του εχθρού», «Ο μπιντές» και «Το κοινόβιο», καθώς κι ένα μέρος από τα κατάλοιπά του που είχαν δημοσιευτεί στο περιοδικό «Αντί».
Άνθρωπος ανήσυχος, ασυμβίβαστος και βασανισμένος, ο Μάριος Χάκκας μετουσίωσε σε τέχνη τις εμπειρίες του, μέσα σε εξομολογητικά, σχεδόν παραληρηματικά κείμενα, δίχως πλοκή και χαρακτήρες αλλά πλημμυρισμένα σε κρίσεις, συλλογισμούς και συμπεράσματα. Πάντα εν βρασμώ ψυχής, με σαρκαστική και σατιρική διάθεση, άπλωνε στο χαρτί τα πάθη και τις αγωνίες του, αποτυπώνοντας ταυτόχρονα όλα τα ιλαροτραγικά χαρακτηριστικά της νεοελληνικής πραγματικότητας γύρω του. Μέχρι να τυπώσει το '65 την ποιητική συλλογή «Όμορφο καλοκαίρι», είχε πάει εθελοντής στη Γυάρο, για να βοηθήσει στην περίθαλψη των πολιτικών κρατουμένων από τον Ερυθρό Σταυρό, είχε τιμωρηθεί ως αριστερός με τέσσερα χρόνια εγκλεισμού στις φυλακές της Καλαμάτας και της Αίγινας, είχε κάνει τη θητεία του ως στρατιώτης τρίτης κατηγορίας (μουλαράς), κι ως πλασιέ σε εργοστάσιο πλαστικών πια, ζούσε με τη γυναίκα του σ' ένα διαμέρισμα στο Βύρωνα, όπου και το πρόσθετο δωματιάκι με τον θρυλικό «μπιντέ»...
Τα διηγήματά του ήταν που χάρισαν στον Χάκκα μια ξεχωριστή θέση στα μεταπολεμικά γράμματα. Όπως σημειώνει ο Δ. Κούρτοβικ στον «Κριτικό οδηγό» του, η ταχύτητα της λογοτεχνικής του ωρίμανσης ήταν εντυπωσιακή. Αν η πρώτη φουρνιά των ιστοριών του, των αντλημένων από τις ταλαιπωρίες ενός αριστερού στη μετεμφυλιακή εποχή, έμοιαζε λίγο πολύ συμβατική, εκείνες που ακολούθησαν κουβαλούσαν μέσα τους τη σκιά του επερχόμενου θανάτου του. Τα διηγήματα του «Μπιντέ» και του «Κοινοβίου» φέρουν την προοπτική ενός ανθρώπου που αισθάνεται ότι πεθαίνει άσκοπα και κάνει τον απολογισμό του, χωρίς να περιμένει ούτε δικαίωση ούτε παρηγοριά. Ενός ανθρώπου ελεύθερου από κάθε είδους πίστη, που αντικρίζει τον κόσμο με ξεκάθαρη ματιά. ( ΣΤ. ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 17 /02/2008)


Τζούλιας Διαμαντοπούλου, ΘΥΜΗΣΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΑΡΙΟ ΧΑΚΚΑ
Άκουσα για το Μάριο, πολύ πριν τον γνωρίσω. Μια Κυριακή πρωί του ‘61. ο ·θείος μου, αδελφός του πατέρα μου, μας είπε ότι το βράδυ θα πήγαινε σε γάμο.
-Ποιος παντρεύεται, θείε;
-Ένας φίλος μου. ο Μάριος. Ήμασταν μαζί στη Γυάρο. Παίρνει τη Μαρίκα.
Μικρή μαθήτρια εγώ τότε. άρχισα να φαντάζομαι πώς νάταν αυτός ο Μάριος και η μέλλουσα γυναίκα του. Ο νους μου έτρεξε στους "Αθλίους" του Β. Ουγκώ, στο Μάριο, την Τιτίκα, στην ιδανική σχέση τους, στα οδοφράγματα του Παρισιού...Είναι κάτι συμπτώσεις!
Ποιος ·θα μου 'λεγε πως αυτός ο κύριος που παντρευόταν εκείνη την Κυριακή του 1961, θα έπαιζε τόσο μεγάλο ρολό στη ζωή μου και στην πνευματική ζωή της συνοικίας μας. της Καισαριανής;
Από κοντά τον γνώρισα λίγο αργότερα, όταν με παρέα "μεγάλων", πήγαμε ένα βράδυ στο "υπόγειο" του Κουν, σε μια παράσταση. Μετά το ·θέατρο, μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά άτομα στο σπίτι του Μάριου και της Μαρίκας, στο Βύρωνα, στην οδό Θεσσαλονίκης. Ατελείωτο ακόμη το σπίτι, χωρίς μπάνιο και "Μπιντέ", στρωμένο με γκρο μπετόν και χωρίς πολλά έπιπλα, αλλά ο Μαγιακόφσκυ έπαιρνε κι έδινε. Με έβαλαν μάλιστα, ως τη μικρότερη της συντροφιάς, να διαβάσω και κάποιο του ποίημα. Συζητήσεις, εντάσεις, διαφωνίες, συγκρούσεις, αλλά κι ένα κλίμα πνευματικού οργασμού, μια συν­τροφικότητα ανύπαρκτη στις μέρες μας. Το σπιτικό τους ήταν μια μικρή πνευματική κυψέλη.
Έκτοτε ο Μάριος έγινε πνευματικός μου ταγός, όπως άλλωστε και μεγάλου μέρους της ανήσυχης νεολαίας της Καισαριανής. Το 1963 έγινε ο εμψυχωτής της Φ.Ε.Ν. (Φιλοπροοδευτική Ένωση Νέων) και η Καισαριανή έζησε μια πρωτόγνωρη, για τα χρόνια εκείνα, πολιτιστική άνθηση: κινηματογραφικές προβολές στους δρόμους και τις πλατείες της, συναυλίες σε κινηματογράφους και γήπεδα, θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις ζωγραφικής, διαλέξεις μεγάλων ποιητών μας (το 1964, νομίζω, γιόρτασε στη Φ.Ε.Ν. ο Βάρναλης την 80η επέτειο των γενεθλίων του). Στις εκδηλώσεις αυτές ακούσαμε για πρώτη φορά τη Μαρία Φαραντούρη στο "Μαουτχάουζεν" του " Μίκη Θεοδωράκη και είδαμε το συνθέτη να την διευθύνει στο γήπεδο της Near East της Καισαριανής το 1965. Στον κινηματογράφο "Μετάλλειον" είδαμε το έργο του Μπήαν "Ένας Όμηρος", με τον Τίτο Βανδή ενώ στο «Παγκράτιον» ακούσαμε το Γρ. Μπιθικώτση να ξεσηκώνει το κοινό με τραγούδια του Στ. Ξαρχάκου, όπως το περίφημο τότε "Κάντε υπομονή κι ο ουρανός -θα γίνει πιο γαλανός". Ήταν τα χρόνια της υπομονής και της ελπίδας: 1962-1967.
Ο Μάριος, ως η ψυχή της Φ.Ε.Ν, έτρεχε σε ταινιοθήκες, ζαλωνόταν ο ίδιος τη μηχανή προβολής και πρόβαλλε ταινίες σε αλάνες της συνοικίας μας, οργάνωνε εκθέσεις ζωγραφικής, όπως του καισαριανιώτη ζωγράφου Σικελιώτη, του Τάκη Σιδέρη, του Σπ. Κουκουλομάτη. του Δημ. Κακουλίδη κ.α. Καλούσε προσωπικότητες των Γραμμάτων και Τεχνών και ο μικρός χώρος της Φ.Ε.Ν. γέμιζε ασφυκτικά από νέους διψασμένους για πνευματική τέρψη και επικοινωνία. Τον θυμάμαι το καλοκαίρι του 1965 να έρχεται στο σπίτι και να μας φέρνει φρεσκοτυπωμένη την ποιητική του συλλογή "Όμορφο Καλοκαίρι". Επιζητούσε τη γνώμη και την κριτική όλων μας. Ζουμερές συζητήσεις γύρω από την τρέχουσα πολιτική κατάσταση, την τέχνη, αλλά και τη ζωή, τη ζωή όπως αρχίζαμε να την αντιλαμβανόμαστε τότε. με τα μάτια της εφηβείας. Ο Μάριος μας άνοιξε δρόμο στο πρώτο κοίταγμα της ζωής, μας πρόβαλε όραμα.
Αργότερα, το Ι967, ο ουρανός συννέφιασε. Ο Μάριος, αναπληρωτής Δήμαρχος Καισαριανής τότε, συνελήφθη από τους απριλιανούς και η Φ.Ε.Ν. έπαψε να είναι πνευματική εστία της συνοικίας μας. Είναι στα χρόνια 1968-71 που εξέδωσε τον "Μπιντέ" και το "Κοινόβιο". Τα έζησα από κοντά. Συχνά μας διάβαζε αποσπάσματα, έτσι όπως έβγαιναν, ζεστά, στις μυστικές μας συνάξεις, στα χρόνια της δικτατορίας. Μέχρι που. στις αρχές του 70, κάτι πήρε τ' αυτί. μου:
-Ο Μάριος... άρρωστος.
Αυτός ο ψηλόλιγνος γίγαντας;
Τον συνάντησα στη Σταδίου, ένα μεσημέρι του Μάρτη. Έπινε καφέ στο "Εσπέρα". Με είδε από το τζάμι. Με φώναξε: -Έλα, να πιούμε κάτι. Με κέρασε μια πορτοκαλάδα.
-Τα 'μαθες τα δικά μου, ε; είπε. Καρκινάκι. Πάγωσα. Δεν είπα τίποτα.
Εκείνος συνέχισε να μιλά για μισή ώρα περίπου ακόμα, σαρκάζοντας και αυτοσαρκαζόμενος όπως πάντα. Εγώ αμίλητη, παγωμένη. Σε λίγο βγήκαμε. Κάλεσε ένα ταξί κι ανηφορίσαμε προς Καισαριανή. Με άφησε στο σπίτι μου. Δεν μπόρεσα να του πω λέξη. Τόση γενναιότητα!
Τελευταία φορά τον είδα το Μάη του 72. Ο Μάριος, ο Τόλης κι εγώ. Τρεις φίλοι. Ξεκινήσαμε τον ύστατο περίπατο στον Αη-Γιώργη τον Κουταλά, στους πρόποδες του Υμηττού. Οι παπαρούνες στις δόξες τους. Μας κάλυπταν στο ύψος λόχμες κι αγριολούλουδα. Ξαπλώσαμε στο χορτάρι κι οι τρεις. Ο Μάριος, μια λιπόσαρκη σιλουέτα, μισός απ' τον παλιό εαυτό του. Αυτός, ο ψηλόλιγνος γίγαντας! Αλλά η ανάλυση, ανάλυση. Πολιτική, τέχνη, αυτοσαρκασμός, χιούμορ. Κι η σκιά της αρρώστιας να πλανιέται ανάμεσα μας, αμίλητα. Κάποια στιγμή ο Μάριος άρπαξε και με τα δυο του χέρια δύο χούφτες παπαρούνες και είπε, σχεδόν μονολογώντας:
-Πουτάνα άνοιξη, σε πρόλαβα και φέτος.
Ποτέ στη ζωή μου το συνώνυμο της πόρνης δεν πήρε μια τέτοια μαγική και τραγική συγχρόνως διάσταση. Δεν τον ξαναείδα.
5 Ιουλίου 1972. Δώδεκα περίπου το μεσημέρι. Το σκληρό ντριν! του τηλεφώνου. Ήταν ο Λάζαρος ο Κουζηνόπουλος, αδελφός της Μαρίκας:
-Ο Μάριος έφυγε για πάντα.
Μα έφυγε; (Από το αφιέρωμα του περιοδικού «Ομπρέλα» στο Μ. Χάκκα)

ΣΧΟΛΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΨΑΡΑΚΙ ΤΗΣ ΓΥΑΛΑΣ (από το βιβλίο του καθηγητή)
Το διήγημά μας σχετίζεται στενά με την πολιτική και κοινωνική κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα τα μεταπολεμικά χρόνια ως το 1967. Τα κυριότερα περιστατικά και τα χαρακτηριστικότερα γνωρίσμα­τά της είναι:
· α. Η Κατοχή και η Αντίσταση.
· β. Η μετακατοχική και κυρίως η μετεμφυλιακή τύχη όσων συμμετεί­χαν στην Αντίσταση και σε αριστερές οργανώσεις.
· γ. Η εκβιομηχάνιση της χώρας και οι κοινωνικές και ηθικές της συνέ­πειες. Σ' αυτά πρέπει να προστεθούν:
· δ. Τα Ιουλιανά του 1965, δηλαδή οι αντισυνταγματικές ενέργειες των ανακτόρων, για να αποτρέψουν την άνοδο στην εξουσία των κεντροαρι­στερών δυνάμεων (Ένωση Κέντρου, Γεώργιος Παπανδρέου), που προ­κάλεσαν μεγάλες διαδηλώσεις και συγκρούσεις με την αστυνομία.
· ε. Το πραξικόπημα των συνταγματαρχών της Χούντας (21 Απριλίου '67). Από τις πρώτες ενέργειες της ήταν οι συλλήψεις και εκτοπίσεις δημοκρατικών πολιτών.[…]
Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο «άνθρωπος», ο «ήρωας» ας πούμε; Στο κείμενο δεν έχει όνομα. Δηλώνεται, κατά σειρά, με τους εξής τρόπους:
· α. ο άνθρωπος με τη φραντζόλα υπομάλης (σελ. 182) στην αρχή.
· β. ο δικός μας (σελ. 182, παρ. 3): «όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει». Και στη σελ. 185, παρ. 2: «ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του...».
· γ. ο άνθρωπος μας (σελ. 183, παρ. 2): «Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπος μας στις συγκεντρώσεις κτλ.».
· δ. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις δηλώνεται είτε με την επαναληπτική αντωνυμία (αυτός) είτε με το 3ο ενικό πρόσωπο του ρήματος.
Σ' ένα διήγημα ο ήρωας δηλώνεται με παρόμοιους αόριστους τρό­πους για διάφορους λόγους, ανάμεσα στους οποίους θα μπορούσα να καταλέξω τους εξής:
· α. Όταν ο συγγραφέας δε φωτίζει το πρόσωπο του σαν ατομικότητα, αλλά σαν χαρακτηριστική περίπτωση.
· β. Όταν επιθυμεί να επιτύχει μια άμεση επαφή αφηγητή και ήρωα, χωρίς την απόσταση που συνεπάγεται η αναφορά του ονόματος.
· γ. Όταν επιδιώκει να δώσει την εντύπωση απόλυτης μοναξιάς. Διαβά­ζω π.χ. σ' ένα κείμενο της ίδιας εποχής: «Ο Α., ας τον πούμε έτσι, μια και κανείς ως το τέλος δεν πρόκειται να τον φωνάξει με τ' όνομα του...» κτλ. […]
Ο αφηγητής παρουσιάζει τον «ήρωά» του σε μια μέρα αποφράδα για τα ελληνικά πράγματα, το μήνα Απρίλη. Από τα συμφραζόμενα γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι πρόκειται για την 21 Απριλίου 1967, ημέρα του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Από κει και ύστερα,[…] παρέχονται γενικές πληροφορίες γι' αυτόν - έχουμε επομένως την πρώτη ενότητα του διηγήματος. Να ιδούμε αυτές τις πληροφορίες, τουλάχιστον τις πιο χαρακτηριστι­κές:
Στην αρχή γίνεται σύγκριση της συμπεριφοράς του ήρωα στα δυο κρί­σιμα πολιτικά γεγονότα που τόσο βάρυναν στην πορεία της δημοκρατικής εξέλιξης της χώρας.
· Τότε: (τον Ιούλιο του 1965) πήγαινε στις συγκεντρώσεις («είναι αλή­θεια πάντα στα άκρα») κρατώντας όμως ένα καρπούζι για πρόφαση: «αν γινόταν καμιά φασαρία (δηλ. σύγκρουση με την αστυνομία) γλιστρούσε δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος κτλ.»
· Τώρα: (21 Απριλίου 1967): Δεν κάνει προσωπική επιλογή, αλλά ακο­λουθώντας τη συμπεριφορά του πλήθους, «τον γενικό πανικό» (που έκα­νε «όλους να πέσουν στα τρόφιμα»), πηγαίνει στο φούρνο και παίρνει μια φραντζόλα «για καμουφλάζ στις κινήσεις του». Οι κινήσεις του τώρα αποβλέπουν στο να γλιτώσει από τις συλλήψεις που άρχισαν στη συνοικία (ότι πρόκειται για την Καισαριανή, θα φανεί στο τέλος του διη­γήματος). Προφανώς έχει λόγους να φοβάται· κι εκείνοι που είχαν τέτοι­ους λόγους στην 21 Απριλίου ήταν όσοι είχαν αγωνιστικό παρελθόν (γι' αυτό και στη συνοικία του είχαν αρχίσει οι συλλήψεις).
Η διαφοροποίησή του ανάμεσα στο τότε και στο τώρα είναι σαφής: υποχώρηση της αγωνιστικότητας, υποταγή στο φόβο και συμμόρφωσή του προς τη συμπεριφορά «όλου του κόσμου».
(Σχόλιο πρώτο): Σ' αυτά που αναφέρθηκαν παρεμβάλλεται ένα πρώ­το και αρκετά εκτενές σχόλιο του αφηγητή για την αξία των αντικειμέ­νων: Στις πρωτόγονες κοινωνίες η αξία τους είναι χρηστική, στις εμπο­ρευματικές κοινωνίες η αξία τους είναι ανταλλακτική (προφανώς διαπί­στωση κάποιου εγχειριδίου Κοινωνιολογίας). Αλλά στην Ελλάδα, σε έκτακτες περιστάσεις, γίνεται και παραλλακτική ή επανέρχεται στη χρη­στική. Πρόκειται βέβαια για σατιρικό σχόλιο του αφηγητή που στρέφεται κατά της σύγχρονής του ελληνικής «εμπορευματικής» κοινωνίας, που δεν έχει σταθεροποιήσει τις αξίες της και ανατρέπει τις αρχές της Κοι­νωνιολογίας. Και επειδή ο κοινωνιολογισμός είναι προσφιλής στους αριστερούς, η σάτιρα έμμεσα αγγίζει κι αυτούς. Ο σατιρικός χαρακτήρας προσδίδεται στο σχόλιο μέσω του λόγου, που από περιγραφικός γίνεται ξαφνικά επιτηδευμένα θεωρητικός με την προσφυγή σε ανάλογη φρασεο­λογία και ορολογία και την αναλογική κατασκευή του νεολογισμού «παραλλακτική αξία», με τον οποίο αποδόθηκε η προηγούμενη φράση «για καμουφλάζ στις κινήσεις του».
Ακολουθεί μια αναλυτική παρουσίαση της κατάστασης του ήρωα. Ταξινομώ κάπως τις πληροφορίες:
· Το παρελθόν του: «Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας (προφανώς κατά την περίοδο του εμφυλίου και έπειτα) μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια (όχι λεφτά) κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι, όπου ζούσε μονάχος». Έτρωγε με βουλιμία και είχε παχύνει.
· Το παρόν του. Εργένης, πιτζάμες, παντούφλες, κάδρα, πικάπ κι δίσκοι, σαλονάκι δανέζικο (μικροαστική μόδα του '60), στρωματέξ, ψυγείο, βεράντα με φερ-φορζέ, χρυσόψαρο στη γυάλα. Ο κόσμος του μικροαστού, και μάλιστα της δεκαετίας του '60.
· Η ψυχική του διάθεση: βαρεμάρα και κάποια εγκατάλειψη.
· Η τωρινή σχέση με το παρελθόν του: «Αγεφύρωτο χάσμα με το παρελ­θόν, γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο» (δηλ. με τον κόσμο των αγαθών του). Ωστόσο πηγαίνει πότε-πότε στις πολιτικές συγκεντρώσεις («παραγγελτικά», κατά παραγγελίαν προφανώς των συντρόφων του και όχι από δική του προαίρεση). Μ' ένα λόγο, ένας άνθρωπος σχεδόν αλλοτριωμένος.
(Σχόλιο δεύτερο). Ακολουθεί πάλι ένα σχόλιο, αυτή τη φορά για τη ζωή του ήρωα. Αλλά τώρα δε γίνεται με τρόπο άμεσο, από τον αφηγητή, αλλά μέσα από την προοπτική του ήρωα· τούτο δηλώνεται με τη χρήση του 2ου ενικού προσώπου (που παραπέμπει σε διάλογο με τον εαυτό του, ουσιαστικά δηλαδή σε μονόλογο: ν' ακούς... να κάθεσαι... σ' εσένα τον ίδιο), αλλά και με την ενσωμάτωση φράσεων του ήρωα, που τις σκε­φτόταν ή που συνήθιζε να τις λέει: «Ε, πάει, περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία».
Αυτό το δεύτερο σχόλιο, όπου συμφύρεται η γλώσσα του σχολιαστή-αφηγητή με τη γλώσσα του ήρωα, μεταφέροντας διαλογισμούς του, έχει πάλι ειρωνικό χαρακτήρα, αλλά τώρα πιο λεπτόν παρά στο πρώτο, καθώς ο ίδιος ο ήρωας παρουσιάζει εξωραϊσμένο το παρελθόν του, μεταπλασμένο σε αναπολήσεις και «αισθητική απόλαυση». Προφανώς εδώ ο αφηγητής κλείνει το μάτι (όπως λέμε) στον αναγνώστη.
Η πρώτη ενότητα κλείνει συμπερασματικά:
«Ήταν μια χαρά βολεμένος, και τώρα το κυνηγητό, και πού να πάει;» Να λοιπόν, σ' αυτή την κατακλείδα μια συνοπτική παρουσίαση του ήρωα και του προβλήματος του, το πρωί της 21ης Απριλίου 1967.
Στο δεύτερο μέρος ο αφηγητής ξαναπιάνει τον ήρωα από το σημείο όπου τον είχε αφήσει στην αρχή του διηγήματος, με τη φραντζόλα υπομάλης, και τον παρακολουθεί στην έξοδο του από τη συνοικία του: (Και­σαριανή), Βύρωνας, Δάφνη, Καλλιθέα -συνεχόμενες συνοικίες της Αθήνας, έξω από το κέντρο της. Ο αφηγητής παρακολουθεί τους διαλογι­σμούς του (ξέρει τα πάντα γι' αυτόν, ως τα μύχια της ψυχής του). Είναι ένας περίπατος, σκέφτεται, που θα του κάνει καλό («καλή άσκηση»). Η αισιόδοξη διάθεση του τον οδηγεί στη σκέψη πως η δικτατορία που κηρύχτηκε εκείνη την ημέρα δε θα κρατήσει πολύ («όπου να 'ναι θα πέσουν»). Αυτή η σκέψη τού προβάλλει το ερώτημα «πώς θα πέσουν;» και δίνει την απάντηση πως «θα τους ρίξει ο λαός», βγάζοντας αυτή τη φορά (σε αντίθεση με άλλες, στο παρελθόν) έξω τον εαυτό του από τον αγώνα. Αντιλαμβάνεται την ασυνέπεια του και αναζητεί άλλοθι. Αναρω­τιέται μήπως στο βάθος υπακούει στη (βολική) θεωρία πως τα στελέχη (όπως αυτός, καθώς εξυπακούεται) χρειάζονται, και δεν πρέπει να εκτί­θενται σε κίνδυνο (άλλη μία αιχμή κατά του αριστερού θεωρητικισμού). Τελικά αντιλαμβάνεται την αδυναμία του να κινηθεί προς το κέντρο (όχι των διαδηλώσεων τώρα, αλλά της πόλης), όπου «μπορούσε να διαδρα­ματισθούν γεγονότα» (όπως έκανε στα Ιουλιανά) και καταφεύγει στο άλλοθι: «ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».
Αυτοί οι διαλογισμοί δεν είναι ανώδυνοι για τον ήρωα. Αισθάνεται πίκρα που την αποδίδει στα πολλά τσιγάρα. Αυτό γίνεται αφορμή για την επόμενη κίνηση.
{Σχόλιο τρίτο): Αλλά πριν προχωρήσουμε, ας επισημάνουμε ότι πάλι παρεμβαίνει ενδιάμεσα ο αφηγητής, για να σχολιάσει την αοριστία και τα κενά των διαλογισμών του - τρίτο λοιπόν εκτενές σχόλιο: «Τώρα όποιος θα 'θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα, θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη, κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου («θα πέσουν»). Βέβαια η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού (= θα τους ρίξω ή θα τους ρίξουμε) στη συγκεκριμένη περίπτωση θέλει καρδιά και προσωπική παρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο...». Θα 'λεγε κανείς πως ο αφηγητής διαλέγεται με τον ήρωα του, τον κοντράρει και τον ειρωνεύεται.
Η επίσκεψη στης εξαδέλφης για καφέ (η επόμενη κίνηση) προσθέτει δεύτερο πρόσωπο στην αφήγηση: τον άντρα της εξαδέλφης που μέσα στα εμβατήρια του ραδιοφώνου σκέφτεται πως τα γεγονότα θα είχαν ως συνέπεια να ματαιωθεί η ποδοσφαιρική συνάντηση της Κυριακής. Ο άνθρωπος αυτός είναι πια εντελώς αλλοτριωμένος· μοναδική του αξία, το γήπεδο.
Η επόμενη σκηνή στο δρόμο είναι από τις πιο σημαντικές (παρά τη συντομία της) και η πιο χαριτωμένη στο διήγημα: ο ήρωας συλλαμβάνει τον εαυτό του να βαδίζει στο ρυθμό του εμβατηρίου και να σιγομουρμουρίζει τα λόγια του -η δικτατορία αρχίζει να τον διαποτίζει, να περ­νάει μέσα του και να του υποβάλλει (ή επιβάλλει):τους ρυθμούς της. Το ίδιο παρατηρεί και σ' έναν περαστικό, φορτωμένο ψώνια, πού πηγαίνει στο σπίτι του ν' ασφαλιστεί, αυτός και τ' αγαθά του. Παρατηρεί πως με μικρές κινήσεις αναπροσαρμόζεται αμέσως στη νέα κατάσταση. Άλλος ένας αλλοτριωμένος μέσα στις μικροαστικές του αξίες. Αυτά τα δυο πρόσωπα, που σφηνώνονται στη διήγηση; δείχνουν πως η αλλοτρίωση έχει πάρει έκταση. Ουσιαστικά δηλαδή τα δυο αυτά πρόσωπα είναι παραπληρώματα του ήρωα μας.
Η συνάντηση αυτή στο δρόμο φέρνει νέους διαλογισμούς. Αυτός ο άνθρωπος που συνάντησε, αποδέχεται τη νέα κατάσταση, γιατί είναι δεμένος με τις μικροχαρές της ζωής του. Ο ίδιος τι θα μπορούσε να προ­βάλει, ποιον δεσμό του, αφού ζει ολομόναχος; Τελικά βρίσκει κι αυτός «το πρόσχημα του βίου του»: είναι το ψαράκι της γυάλας, που η ζωή του εξαρτάται από τη δική του φροντίδα - πρόσχημα πολύ ντελικάτο για να δικαιώσει έναν τρόπο ζωής, αυτόν στον οποίο και θα επιστρέψει. «Για τ' άλλα, τα σοβαρά και μεγάλα δεν είχε δύναμη». Το δίλημμα που πήγε προς στιγμήν να του φαρμακώσει τα χείλη και να δώσει μια δραματική διάσταση στην περίπτωση του, εύκολα ξεπεράστηκε.
Αν ανακεφαλαιώσουμε τώρα τη ζωή του ήρωα μας, την εξέλιξη του, παρατηρούμε μια συνεχή έκπτωση: αγώνας-φυλακίσεις-εξορίες-βόλεμα μέσα στα μικροαστικά αγαθά, περιφερειακή συμμετοχή στα κρίσιμα πολιτικά γεγονότα, αυτοεγκατάλειψη, υποταγή στο φόβο, συνειδητοποίηση της αδυναμίας του, υποταγή στη δικτατορία (με κάποιο ευτελές άλλοθι) -προσαρμογή σε μια κατά­σταση εντελώς ξένη προς τον βαθύτερο εαυτό του και τις αξίες του, όπως εκφράστηκε στα νιάτα του.
Μ' άλλα λόγια: η όλη πορεία του είναι πορεία προς την αλλοτρίωση, όπου τον οδηγούν οι μικροαστικές συνθήκες και η παραίτηση του. Και η πορεία του έξω από την Καισαριανή, μια μάταιη προσπάθεια, κι ανώδυ­νη, να ξεφύγει. Τελικά επιστρέφει σ' αυτήν.
Τι σημαίνει για τον Χάκκα η Καισαριανή της δεκαετίας του 1960 (κι όχι πια της Κατοχής); Συνεχίζω με το απόσπασμα της «Τοιχογραφίας» και από το σημείο όπου το είχα σταματήσει:
«...Κάποτε Καισαριανή, ήσουν ένα αστέρι, έλαμψες για μια στιγμή στο στερέωμα και χάθηκες για πάντα στο χάος της Ιστορίας. Τώρα, γριά τσατσά, τρως σάμαλι και τουλούμπα, μασάς μπατιρόσπορους στα θερινά σινεμά και φτύνεις τα τσόφλια στο σβέρκο ευυπόλη­πτων καταστηματαρχών, εμπορομανάβηδων, χασάπηδων, εργολάβων, που θέλουν ν' απαλλαγούν από τη ντροπή σου. Από μια πλευρά συμφω­νώ με το Δήμαρχο που θέλει ν' αλλάξει την ονομασία σου. Τι δουλειά έχεις πια εσύ μ' αυτά τ' ανθρωπάκια, το πνεύμα της ιδιοχτησίας και της αντιπαροχής;»
Η ιστορία λοιπόν του ήρωά μας είναι και ιστορία της συνοικίας του. Λίγο-πολύ είναι και η ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας. Αυτήν αγω­νίζεται να εκφράσει ο Μάριος Χάκκας στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του, μαζί με τα αισθήματα ασφυξίας και εξέγερσης που του προκαλεί. Το ιδεολογικό του ράγισμα είναι αναπόφευκτο:
«Άτιμη κατάψυξη (λέει κάπου για το ψυγείο), τι μου κάνεις! Ανέτρεψες όλο το μαρξισμό».
Πώς ο Χάκκας από πιστός που ήταν («μπήκα στη φυλακή με τη θέληση μου» λέει) φτάνει σε μια ιδεολογική ανεξαρτησία, είναι ένα θέμα που μπο­ρεί κανείς να το παρακολουθήσει βήμα προς βήμα μέσα στο έργο του, αλλά θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος και ίσως δεν είναι του παρόντος.
(Χριστόφορος Μηλιώνης, Με το νήμα της Αριάδνης, εκδ. Σοκόλη, 1991, σ. 128-136.) – από το βιβλίο του καθηγητή.